Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Ειναι τρομερος καθε αγγελος. Κι ομως, αλιμονο μου, σας εξυμνω, σχεδον θανασιμα πουλια της ψυχης, παρ'οτι σας ξερω. Που 'ναι οι μερες του Τωβια, οταν εστεκε απ' τους πλεον ακτινοβολους ενας στην απλη την εξωπορτα μεταμφιεσμενος καπως για ταξειδι κι οχι πια τρομακτικος΄ (νεαρος μπροστα στον νεαρο που περιεργος εξω κοιτουσε). Αν ο αρχαγγελος, επικινδυνος τωρα, εμφανιζοταν πισω απο τ' αστρα κι ενα βημα μοναχα κατεβαινε προς εμας, απ' το καρδιοχτυπι θα 'σπαγε η καρδια μας. Μα ποιοι ειστε? Απο νωρις ευδοκιμησαντες της Δημιουργιας οι χαιδεμενοι, οροσειρες, βουνοκορφες στη ροδαυγη ολης της πλασης¨ γυρη ανθηρης θεοτητας, αρμοι φωτος, διαδρομοι, σκαλες, θρονοι, χωροι πεμπτουσιας, ασπιδες αγαλλιασης, σαλος παραφορα εκστατικης συγκινησης και ξαφνικα, ξεχωριστα, καθρεφτες, που οση ομορφια απ' τον καθεν' ανεβλυσε πισω την αντλουν παλι στην ιδια του την οψη. Ομως εμεις, οταν αισθανομαστε, εξανεμιζομαστε¨ αχ, εμεις τον εαυτο μας εκπνεουμε εκει περα¨ απο καρβουνο σε καρβουνο ασθενεστερο αρωμα αναδιδουμε. Αν και καποιος θα μας ελεγε "Ναι, στο αιμα μου περνας, αυτο το δωματιο, η ανοιξη πλημμυριζει απο σενα...". Τι ωφελει, δεν μπορει να μας κρατησει, θα χανομασταν μεσα του και γυρω του. Κι εκεινους, που 'ναι ομορφοι, Ω ποιος να τους συγκρατησει? Ακαταπαυστα το προσωπο τους αναδεικνυεται, και σβηνει. Σαν την παχνη απ' το πρωινο γρασιδι ο,τι ειμαστε απο πανω μας σηκωνεται, σαν την αχνα απο ενα καυτο φαγητο.Ω χαμογελο, που πας? Ω αναβλεμμα, νεο, θερμο κυμα της καρδιας που ξεμακραινεις΄ κι ομως, αλιμονο μου, αυτο ειμαστε. Εχει αραγε το συμπαν, οπου μεσα του διαλυομαστε, τη γευση μας? Αληθεια οι αγγελοι ανακτουν μοναχα ο,τι απ' τους ιδιους ανεβλυσε, η καμια φορα, σαν απο λαθος, και κατι λιγο μαζι απ' τη δικη μας ουσια? Ειμαστε στα χαρακτηριστικα τους τοσο μοναχα αναμειγμενοι οσο εκεινο το ακαθοριστο στο υφος των εγκυων? Δεν το αντιλαμβανονται αυτοι μεσα στη δινη της επιστροφης στον εαυτο τους. ( Και πως να το αντιληφθουν?) Οι ερωτευμενοι θα μπορουσαν, αν καταλαβαιναν, παραξενα μες τον νυχτερινο αερα να μιλουν. Γιατι φαινεται πως ολα μας αποκρυπτουν. Δες, τα δεντρα υπαρχουν¨ τα σπιτια οπου κατοικουμε ειναι ακομη στη θεση τους. Μοναχα εμεις περνουμε απ' το ενα στο αλλο σαν αερας που αλλαζει. Κι ολα συμφωνουν εμας ν' αποσιωπησουν, εν μερει πιθανως απο ντροπη, κι εν μερει σαν αρρητη ελπιδα. Ερωτευμενοι, εσεις που αρκεισθε ο ενας στον αλλον, εσας ρωτω για μας. Κρατιεστε. Μα εχετε αποδειξεις? Δειτε, σε μενα συμβαινει καποτε τα χερια μου το ενα το αλλο να νιωθουν, η το ταλαιπωρημενο μου προσωπο να προφυλασσεται μεσα τους. Αυτο μου δινει μια καποια αισθηση. Ποιος ομως θα τολμουσε γι' αυτο μοναχα να υπαρχει? Αλλα εσεις που στον ενθουσιασμο του αλλου αυξανεσθε, εως οτου καταβεβλημενος αυτος σας ικετευει" Οχι αλλο..."¨ εσεις που στα χερια του γεματοι νιωθετε σαν τα φθινοπωρινα σταφυλια¨ εσεις που καποτε μαραζωνετε, μοναχα γιατι ο αλλος εχει πληρως το πανω χερι¨ εσας ρωτω για μας. Ξερω, αγγιζεστε πανευτυχεις, γιατι το χαδι διαρκει, γιατι δεν χανεται το σημειο εκεινο που τρυφερα εσεις σκεπαζετε¨ γιατι εκει απο κατω νιωθετε την καθαρη διαρκεια. Ωστε σχεδον την αιωνιοτητα υποσχεται η αγκαλια σας. Κι ομως, οταν των πρωτων ματιων το ριγος ξεπερασετε και τη λαχταρα στο παραθυρο, τον πρωτο περιπατο μαζι μια φορα μεσα απ' τον κηπο¨ ερωτευμενοι εισαστε ακομη τοτε? ?Οταν ο ενας στου αλλου τα χειλη ερχεται και σμιγει, γουλια τη γουλια¨ Ω πως πινοντας αυτος παραξενα ξεφευγει απ' την ποση. Δεν σας εξεπληξε στις αττικες στηλες η περισκεψη της ανθρωπινης χειρονομιας? Δεν ηταν ο ερωτας κι ο χωρισμος τοσο αναλαφρα στους ωμους βαλμενοι, σαν να 'ταν απο αλλο υλικο πλασμενοι απ' ο,τι σε μας? Θυμηθειτε τα χερια, διχως βαρος στηριζονται στον κορμο, μολονοτι εκει βρισκεται η δυναμη. Τουτοι οι συγκρατημενοι γνωριζαν ετσι ¨" Ως εδω ειμαστε εμεις, τοσο μπορουμε ν' αγγιζομαστε, πιο δυνατα μας ακουμπουν οι θεοι. Ομως αυτο ειναι δικη τους υποθεση". Να βρισκαμε κι εμεις κατι καθαρο, μετρημενο, λιγοστο κι ανθρωπινο, μια δικη μας λωριδα ευφορης γης αναμεσα στον ποταμο και τα βραχια. Αφου η ιδια μας η καρδια μας υπερβαινει ακομη οπως εκεινοι. Και πια δεν μπορουμε να την αναζητουμε σε εικονες που την απαλυνουν, μητε σε σωματα θεικα, οπου μεγαλοπρεπως ηρεμει. Rainer Maria Rilke

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου